The People’s Choice: Διερευνώντας την εκλογική συμπεριφορά
Synopsis
Πριν από τέσσερα χρόνια, μετά από συνεννόηση που είχαμε με την τότε Διευθύντριά του Εύη Σαχίνη, συμφωνήθηκε το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης (ΕΚΤ) να παράσχει στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ) οικονομική και τεχνική βοήθεια για τη μετάφραση, την επιστημονική επιμέλεια και την ψηφιακή έκδοση ανοικτής πρόσβασης εμβληματικών βιβλίων από τον χώρο των κοινωνικών και πολιτικών επιστημών, τα οποία εμφανίζονται για πρώτη φορά στην ελληνική γλώσσα και δεν προσελκύουν συνήθως το ενδιαφέρον των ιδιωτικών εκδοτικών οίκων. Είναι πρόδηλο πως με το εγχείρημα αυτό εμπλουτίζεται η επιστημονική βιβλιογραφία της χώρας με κείμενα αναφοράς ή/και κλασσικά έργα στα οποία θα έχει άμεση πρόσβαση κάθε ενδιαφερόμενος/η.
Δεν είναι η πρώτη φορά που, ως εκ της αποστολής του, το ΕΚΚΕ εκδίδει επιστημονικά κείμενα αναφοράς· έχουν προηγηθεί, μεταξύ άλλων, βιβλία του Max Weber και του Maurice Duverger, πλην όμως στο νέο ψηφιακό και συνεργατικό περιβάλλον αναμένεται ότι η απήχηση βιβλίων αυτού του είδους θα πολλαπλασιαστεί.
Η συμφωνία με το ΕΚΤ ξεκινά με το βιβλίο των Paul Lazarsfeld, Bernard Berelson και Hazel Gaudet The People’s Choice. Πρόκειται για μια διαχρονική μελέτη εκλογικής κοινωνιολογίας και πολιτικής επικοινωνίας που, αφενός, έθεσε τις βάσεις της μετέπειτα διεθνούς έρευνας για την εκλογική συμπεριφορά και, αφετέρου, αμφισβήτησε την μέχρι τη δεκαετία του 1940 πρωτοκαθεδρία του Παραδείγματος των άμεσων και ισχυρών επιδράσεων των μέσων επικοινωνίας στη διαμόρφωση πολιτικών στάσεων και απόψεων. Το The People’s Choice ήταν προϊόν της κοινωνιολογικής προσέγγισης της εκλογικής συμπεριφοράς όπως αυτή αναπτύχθηκε υπό την αιγίδα του Lazarsfeld στο Bureau of Applied Social Research του πανεπιστημίου Columbia. Το μοντέλο της «διφασικής ροής επικοινωνίας», οι «καθοδηγητές κοινής γνώμης», οι «διασταυρούμενες πιέσεις» επί των ψηφοφόρων και βέβαια η έμφαση στη μέθοδο των επαναλαμβανόμενων συνεντεύξεων (panel) για τη διερεύνηση της πρόθεσης ψήφου, οφείλονται ακριβώς σε αυτό το βιβλίο.
Εδώ και 70 χρόνια το βιβλίο αυτό αποτελεί αυτονόητη αναφορά σε κάθε εγχειρίδιο πολιτικής κοινωνιολογίας και πολιτικής επικοινωνίας. Σπανίως όμως σπουδαστές και ερευνητές ανατρέχουν στο καθαυτό κείμενο, αρκούμενοι σε έμμεσες αναφορές, ιδίως όσες/οι προέρχονται από μη αγγλόφωνες χώρες. Η άμεση επαφή με το σύνολο του κειμένου δίνει την ευκαιρία στους ενδιαφερόμενους/ες να διαπιστώσουν το εξακολουθητικά επίκαιρο αντικείμενό του, τον δόκιμο μεθοδολογικό του σχεδιασμό, καθώς και τη συνάφειά του με μεταγενέστερα ερευνητικά πορίσματα της εκλογικής κοινωνιολογίας και της πολιτικής επικοινωνίας.
Η πρώτη έκδοση του βιβλίου ήταν το 1944, η δεύτερη το 1948 και έκτοτε έκανε πολλές ανατυπώσεις. Εμείς στηριχθήκαμε στην δεύτερη έκδοση, στην οποία οι συγγραφείς προσέθεσαν έναν εκτεταμένο πρόλογο όπου σχολιάζουν τη σημασία των ευρημάτων τους και αναδεικνύουν τη χρησιμότητα της μεθόδου των επαναλαμβανόμενων συνεντεύξεων.
Τρία χρόνια μετά το The People’s Choice οι Max Horkheimer και Theodor Adorno εκδίδουν τη Διαλεκτική του διαφωτισμούix, ένα έργο ορόσημο του 20ου αιώνα. Μολονότι οι Lazarsfeld και Adorno είχαν συνεργαστεί, για σύντομο χρονικό διάστημα είναι η αλήθεια, στο Radio Research Institute του πανεπιστημίου Columbia, τα δύο έργα αντιμετωπίζουν διαφορετικά τον βαθμό επιρροής των μέσων επικοινωνίας στη διαμόρφωση γνώμης και θέλησης. Ενώ η Διαλεκτική του διαφωτισμού επικεντρώνεται στην «πολιτιστική βιομηχανία» και στη «βιομηχανία της συνείδησης», ως αποτέλεσμα της μονοδιάστατης επικράτησης του εργαλειακού λόγου, το The People’s Choice φαίνεται να εγκαταλείπει την έννοια της «μάζας» υπέρ της πλέον διαφοροποιημένης έννοιας της «ομάδας», η οποία αποτελείται από εξατομικευμένους πολίτες που αλληλοεπηρεάζονται στο πλαίσιο των κοινωνικών τους δικτύων, προκειμένου να διαμορφώσουν άποψη και να επιλέξουν το κόμμα και τον υποψήφιο που θα ψηφίσουν. Και εδώ ακριβώς εδράζεται το Παράδειγμα των περιορισμένων επιδράσεων των Μέσων: αυτά δεν διαμορφώνουν απόψεις εκ του μηδενός αλλά ενεργοποιούν και ενισχύουν αδρανείς πολιτικές προδιαθέσεις. Αυτό που μετράει δεν είναι τόσο τα έκδηλα μηνύματα της προπαγάνδας όσο η επιρροή που ασκείται σε επίπεδο προσωπικής επαφής.
Από αυτή την άποψη, το βιβλίο των Lazarsfeld, Berelson και Gaudet δεν διαφοροποιείται μόνο από τους Adorno και Horkheimer αλλά και από τις θέσεις του Lasswell περί προπαγάνδας, διατυπωμένες 20 περίπου χρόνια πριν την έκδοση του The People’s Choice. Ενώ ο τελευταίος είχε δώσει ιδιαίτερο βάρος στις προπαγανδιστικές τεχνικές για τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης και την καθοδήγηση των ψηφοφόρων προς την επιθυμητή κατεύθυνση, οι συγγραφείς του The People’s Choice δεν διαπιστώνουν μια τέτοια μονοσήμαντη επίδραση. Όπως έδειξαν και σε επόμενα έργα τους, στα οποία εφάρμοσαν την ίδια ή και πλέον επεξεργασμένη μεθοδολογία [π.χ. Voting (1954), Personal Influence (1955)], ο σημαντικότερος λόγος και τρόπος που οι άνθρωποι διαμορφώνουν πολιτική γνώμη είναι ο συνδυασμός της κοινωνικο-οικονομικής τους θέσης και η επιρροή που δέχονται από άτομα που ανήκουν στην ίδια ομάδα αναφοράς.
Ακριβώς επειδή το κεντρικό πολιτικο-κοινωνιολογικό ερώτημα στο οποίο επεδίωξαν να δώσουν απάντηση ο Lazarsfeld και οι συνεργάτες του ήταν πώς και γιατί οι ψηφοφόροι διαμορφώνουν τις επιλογές τους, προσέγγισαν το εκλογικό φαινόμενο ως ανοικτή διαδικασία και όχι με στατικούς όρους. Γι’ αυτούς, ο/η ψηφοφόρος είναι πάντοτε εν τω γίγνεσθαι. Ακόμα και οι σταθεροί ψηφοφόροι δεν είναι στάσιμοι και οι αποφάσεις τους δεν είναι παγιωμένες στον χρόνο: υπόκεινται σε δυναμικές κοινωνικές επιρροές που, στην περίπτωσή τους, εξασφαλίζουν μια σχετική ισορροπία στα κίνητρα και τις κομματικές τους ταυτίσεις. Αυτό ισχύει πολλώ μάλλον για τους μετακινούμενους από κόμμα σε κόμμα ή τους προς στιγμήν αποσκιρτήσαντες ψηφοφόρους.
Θα ήταν αναχρονισμός να θεωρήσει κάποιος/α ότι η μελέτη των Lazarsfeld, Berelson και Gaudet μπορεί να απαντήσει με επάρκεια στα ζητήματα της πολιτικής επικοινωνίας και της εκλογικής συμπεριφοράς όπως αυτά διαμορφώνονται στο πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα. Η παγκοσμιοποίηση, η εξατομίκευση, η οικονομία της προσοχής, η κοινωνία της γνώσης και της πληροφορίας, καθώς και οι κολοσσιαίες τεχνολογικές αλλαγές σε όλες τις σφαίρες της ανθρώπινης δραστηριότητας με αιχμή του δόρατος την τεχνητή νοημοσύνη, έχουν αλλάξει άρδην το πλαίσιο εντός και δια του οποίου οι πολίτες εμπλέκονται στην πολιτική διαδικασία και επιλέγουν αν και τι θα ψηφίσουν. Το να επιστρέφει κάποιος/α στο εν λόγω κλασσικό κείμενο συνεπάγεται τρία τουλάχιστον πράγματα: αποκτά επίγνωση και έγκυρη πληροφορία γύρω από την προϊστορία του κλάδου και των συναφών ερευνητικών πρωτοκόλλων· καλείται να διαπιστώσει τι αξίζει να κρατηθεί και τι να εγκαταλειφθεί από τα πορίσματα του βιβλίου στο σημερινό επιστημονικό και κοινωνικο-πολιτικό περιβάλλον· καλείται να προσαρμόσει – όπου δει- έννοιες και μεθοδολογικές επιλογές στις νέες συνθήκες.
Για τη διευκόλυνση των αναγνωστών/τριών της ελληνικής μετάφρασης του βιβλίου υπάρχουν στο κείμενο σημειώσεις του επιμελητή και του μεταφραστή με διασαφηνίσεις εννοιολογικού και πραγματολογικού περιεχομένου. Για την καλύτερη παρακολούθηση του κειμένου, συχνά δίπλα σε μια ελληνική λέξη αναγράφεται σε παρένθεση ο αντίστοιχος αγγλικός όρος. Επίσης, κι αυτό είναι συμφωνημένο στο πλαίσιο της συνεργασίας του ΕΚΚΕ και του ΕΚΤ, για ορισμένες περιπτώσεις που ειδικοί όροι έχουν κατά καιρούς αποδοθεί στα ελληνικά με διαφορετικό τρόπο, υπάρχει ψηφιακή διασύνδεση με τα γλωσσικά αποθετήρια του ΕΚΚΕ, όπου αναφέρονται οι πηγές των διαφορετικών αυτών αποδόσεων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο διευκολύνεται ο αναγνώστης/τρια στην κατανόηση των αντίστοιχων εννοιών και στην παρακολούθηση της εγγραφής τους στο πλαίσιο της ελληνικής πολιτικο-κοινωνιολογικής σκέψης και του σχετικού επιστημονικού διαλόγου.
Ολοκληρώνουμε το προλογικό αυτό σημείωμα με ένα σχόλιο αναφορικά με την μετάφραση/απόδοση του τίτλου του βιβλίου. Όπως προαναφέρθηκε, οι Lazarsfeld, Berelson και Gaudet εγκατέλειψαν τη «μάζα» υπέρ της «ομάδας» ως κοινωνικής οντότητας αποτελούμενης από εξατομικευμένα υποκείμενα-πολίτες. Στα συμφραζόμενα της εποχής τους -με εξάρχουσα την αντιπαράθεση με τα τότε ολοκληρωτικά καθεστώτα- ο «λαός» (the people) στον τίτλο του βιβλίου τους νοείται ως το συνταγματικά κυρίαρχο πολιτικό σώμα που δημοκρατικά εκλέγει κυβερνήσεις. Ο «λαός» του Lazarsfeld και των συνεργατών του δεν ήταν ο λαός των «λαϊκών δημοκρατιών», αλλ’ ούτε μπορεί με μια μεθύστερη λογική να θεωρηθεί ως ο λαός των λαϊκισμών. Επίσης, είναι οι πολίτες, και όχι οι άνθρωποι ή το κοινό των μέσων ενημέρωσης, που επιλέγουν στο συνταγματικό πλαίσιο της δημοκρατίας τις ηγεσίες τους. Προς τούτο επιλέξαμε ως νοηματικά ορθότερη απόδοση του αρχικού τίτλου την «επιλογή του πολίτη».
